페이지 이미지
PDF
ePub

XXV.

YET a few days, and thee The all-beholding Sun shall see no more In all his course: nor yet in the cold ground, Where thy pale form was laid, with many tears, Nor in the embrace of ocean, shall exist Thy image. Earth, that nourished thee, shall claim Thy growth to be resolved to earth again : And, lost each human trace, surrendering up Thine individual being, shalt thou go, To mix for ever with the elements; To be a brother to the insensible rock, And to the sluggish clod, which the rude swain Turns with his share, and treads upon. The oak Shall send his roots abroad and pierce thy mould. Yet not to thine eternal resting-place Shalt thou retire alone.-Thou shalt lie down With patriarchs of the infant world—with kings, The powerful of the earth-the wise, the good, Fair forms, and hoary seers of ages past, All in one mighty sepulchre.

W. S. BRYANT.

XXV.

Σε δ' ου διέξουσημέραι πολλαί, τέκνον, και σ' ουκέτ' εν τω παντί προσβλέψει δρόμο και πάντα λεύσσων Ηλίου κύκλος πάλιν: ουδ' ή μυδόσα χθών, όπου νέκυν σέθεν εθάπτομεν κλαίοντες, ουδ' ο πόντιος κόλπος τα λοίπεναργές αμφέξει δέμας : αλλ' ή σ' έθρεψε Γαία τάς βλάστας σεθέν αυταξιώσει συμμιγείς γαία λαβείν. ώστ' εκδεδυκώς πάσαν ανθρώπου φύσιν, ουδ' ών κατ' αυτόν αυτός, οιχήσει μιγείς αεί παλαιάν ές κατάστασιν χθονός: πέτραις δ' αδελφός ταϊς αναισθήτοις έσει, κάμηχάνους βώλοισιν, άς τις αγρότης στρέψας αρότρω κάρτ' ελάκτισεν ποδί. ρίζας δ' υπείσαι μυρίας πάντη δρύες την σην περώσιν εντετηκότος κόνιν: αλλ' ουκ έρημος ούθ' ομιλίας δίχα χωρών ες αείφρουρον εγκείσει μυχόν : και γαρ γέροντας της νέας χθοιός σεθεν έξεις συνεύνους· εν δε κoίρανοι πάλαι αρχαιόπλουτοι, χοι σοφοί κεκμηκότες, πολιοί τε μάντεις, τών τε πρίν μορφαί καλαι της γης έχουσι τόνδε πάγκοινων τάφων.

XXVI.

I MET a traveller from an antique land, Who said : Two vast and trunkless legs of stone · Stand in the desert. Near them on the sand, ‘Half sunk, a shattered visage lies, whose frown * And wrinkled lip and sneer of cold command “Tell that its sculptor well those passions read - Which yet survive, stamped on these lifeless things, * The hand that mocked them, and the heart that fed. * And on the pedestal these words appear: ""My name is Ozymandias, King of kings. «"Look on my works, ye mighty, and despair !" ‘Nothing beside remains. Round the decay

Of that colossal wreck boundless and bare • The lone and level sands stretch far away.'

[ocr errors]

SHELLEY, Sonnet.

XXVI.

'Εκ γής δ' οδοιπορών τις αρχαίας εμοί κύρσας έλεξε τοιάδ' · 'Εν μέσα χθονός ερημία πελώριίστασθον λίθου, νόσφιν παρέδρου σώματος, σκέλη δύο: πέλας δε κείται κατακεχωσμένον μέσον πρόσωπον ημίκλαστον, ου χείλων πλοκή, ως πικρόν εντέλλοντος, αγγέλλει σαφώς, ώς κάρθ' ο γλύψας κείν' εγίγνωσκεν πάθη, & την πλάσασαν χείρα τό τε θρέψαν κέαρ νικώντεν απνόοισιν έμπεδον μένει γραφή δ' υπεστιν ΟΖΥΜΑΝΔΙΑΣ ΚΛΥΩ ΛΝΑΞ ΑΝΑΚΤΩΝ ΕΡΓ ΑΘΡΗΣΑΝΤΕΣ ΤΑΔΕ ΟΥ ΜΗ ΜΕΘΗΣΕΤ ΕΛΙIΙΔΩ ΜΕΓΑΣΘΕΝΕΙΣ. περίεστι δ' ουδέν άλλο πλήν ερειπίων κείνων σαπείσης ώσπερ όλκαδος περί φυτευμάτων άμοιρα, τερμόνων άτερ, ψάμμων έρημα πέδια τείνεται πρόσω.

XXVII.

Ocean. HE sunk to the abyss ? to the dark void ?

Apollo. An eagle so, caught in some bursting cloud On Caucasus; his thunder-baffled wings Entangled in the whirlwind, and his eyes Which gazed on the undazzling sun, now blinded By the white lightning, while the ponderous hail Beats on his struggling form, which sinks at length, Prone, and the aërial ice clings over it.

SHELLEY, Prometheus Unbound.

« 이전계속 »