페이지 이미지
PDF
ePub

Ad Philomelam.

'Αηδόν έν θαλλοισιν ευφύλλοις λιγύ
μέλπουσα, πάν όθ' έσπερος κοιμά νάπας,
ή τους έρωσιν ελπίδ' εμβάλλεις νέαν,
ως προσπoλoυσών ευφιλή θέρους πόδα
Ωρών φαεινών· σον γάρ εύμουσον μέλος,
υφ' ου ξυνάπτει βλέφαρον ήμέρας ύπνος,
κόκκυγος άφρον ήν πάρος φθάση φανές
στόμ', αισίους έρωτος εξαυδά τύχας:
πρός σ', εί χάριν τήνδ' εκ Διός θελκτηρίαν
ηδείέχει σου γήρυς, αλλά νύν καλώ
είς καιρόν άσαι, πρίν με την αναρσίαν
όρνιν δύσορνιν, θάμνον ίζουσαν πέλας,
ανέλπιδι ζυγέντα σημήναι μόρω.
πάλαι γάρ αδουσ' άλλ' αεί ποθ' υστέρα
πολλαίς διαδοχαίς ουδέν ωφελείς ετών.
καίτοι δίκην τίν' είχες ; είτε γάρ σ' "Έρως
είτ' ουν εταίραν Μούσα κικλήσκειν φιλεϊ,
κείνοιν ομιλώ δούλος ών αμφοίν εγώ.

J. R.

Versus relegati. .
Vos, mihi tam cari qvondam, nunc qvaerite, versus,

Obliviosa marmora :
Non iterum pueri laeto vos pectore cantent,

Nec vere virgines novo.

Nil aliud praeter nostrum celebrastis amorem ;

Nunc risui iste vertitur;
Sic, ut aqva scripti paucas durastis in horas,

fert

aqva.

Abite nunc, quo

Κ.

Done into English by Will Shakspeare.

Gentles, perchance you wonder at this show;

But wonder on, till truth makes all things plain. This man is Pyramus, if you would know;

This beauteous lady Thisby is, certain.
This man, with lime and roughcast, doth present

Wall,—that vile wall that did these lovers sunder. And through wall's chink, poor souls, they are content

To whisper ; at the which let no man wonder. This man, with lantern, dog, and bush of thorn,

Presenteth moonshine ; for, if you will know,
By moonshine did these lovers think no scorn

To meet at Ninus' tomb, there, there to woo.
This grisly beast, which by name lion hight,
The trusty Thisby, coming first by night,
Did scare away, or rather did affright.
And as she fled, her mantle she did fall;

Which lion vile with bloody mouth did stain:
Anon comes Pyramus, sweet youth and tall,

And finds his trusty Thisby's mantle slain. Whereat with blade, with bloody blameful blade,

He bravely broached his boiling bloody breast;
And, Thisby tarrying in mulberry shade,

His dagger drew, and died. For all the rest,
Let lion, moonshine, wall, and lovers twain,
At large discourse, while here they do remain.

Pyramus.
Sweet Moon, I thank thee for thy sunny beams;

I thank thee, Moon, for shining now so bright:

'Εκ της ελεεινοτάτης κωμωδίας, εν ή Πυραμού και Θίσβης οικτρότατα παθήματα διηγείται ο ποιητής.

Παράβασις. Ω θεώμενοι, τάχ' ίσως θαυμάσεσθε την θέαν. αλλ' έτ', έστ' αν πάντα φράση ταληθές, θαυμάζετε. άνδρα τόνδε Πυραμον όντίστ', ήν βούλησθ' είδέναι, Θίσβη γάρ παίς καλλιπρόσωπος δήλη στεκεινηΐ. ανήρ δ' ούμπλεως χάλικος και πηλού μιμήσεται τείχος τουπίτριπτον, εραστά διείργον τώ δύο. τώδε γάρ τείχους δι' οπής ασμένως τρισαθλίω νύν προς αλλήλω ψιθυρίζουσ' ά μηδείς θαυμάση. άνδρα κείνον δ', δς κύν' ίπνόν τ' έχει κακάνθης βάτον, σελήνης πρόσωπον οράθ' ήν γάρ βούλησθ' είδέναι, τώδ' ουκ αισχύνεσθον εραστά Σεληναίας σέλας εις Νίνου τύμβον προαπαντώντε και παίζοντ' εκεί. θηρίον τόδ' αυ χαροπόν, λέονθ' ον κικλήσκομεν, Θίσβην πιστών έρχομένη δ' ή παίς νυκτός έφθασεν εξέπληξ' είτ' ούν εφόβησ' ώδε γάρ τρανώς έρω. φεύγουσαν δε θοιμάτιον λανθάνει πίπτον χαμαί, χώ λέων γνάθοις ακάθαρτος χραίνει μιαιφόνοις. κάν τώδ' ήδύς υψικάμας μειρακίσκος προσμολών κτάμενον εύρε θοιμάτιον Θίσβης πιστής Πυραμός. φασγάνω δε το φοβερό το φονώντι φασγάνω φλά φλογωπών φοιταλέος φοινίαν φίλην φρένα. είτα, Θίσβη γάρ παρέμεινεν μόρου σκιάς ύπο, έγχος είλκυσ', είτ' έθανεν. τάλλα δ' ούν πάνθ' ώς έχει, η σελήνη, τα δύο εραστά, το τείχος, χώ λέων, οίδ' αφηγείσθων τάδ', έως ενθαδί μένουσ' έτι.

'Εκ της αυτής κωμωδίας λείψανον. Π. Δια Σελήνη, σε δε μαρμαρυγής άγαμαι της ήλιοειδούς. άγαμαι δήτ', ώ δία Σελήνη, σελαγείς σέλας oύνεκα

λαμπρόν:

For by thy gracious golden glittering streams,
I trust to taste of truest Thisby's sight.

But stay-0 spite!
But mark-poor knight,

What dreadful dole is here ?
Eyes, do you see?
How can it be?

O dainty duck! O dear!
Thy mantle good,
What, stained with blood ?

Approach, ye furies fell!
O fates, come, come !
Cut thread, and thrum!

Quail, crush, conclude, and quell!

O breathe not his Name.

O breathe not his name, let it sleep in the shade
Where cold and unhonour'd his relics are laid ;
Sad, silent, and dark be the tears that we shed,
As the night-dew that falls on the grass o'er his head!

But the night-dew that falls, though in silence it weeps, Shall brighten with verdure the grave where he sleeps; And the tear that we shed, though in secret it rolls, Shall long keep his memory green in our souls.

MOORE.

υπό γάρ τοις σοίς χρυσoρύτοισιν χλιδανούς χαρίεσσι

ρεέθροις όψιν Θίσβης της πιστοτάτης πίστις πάρα πάγχυ πάσασθαι.

ατάρ ουχί μενείς και φεύ της ύβρεως:
ώ δύσμορ' έραστ', ουχί κατόψει ;
τί τόδ' αυ φοβερόν φρικώδες οράν και
ή τήνδε θέαν λεύσσετον, όμματε;

πως δέ, νεόττιον,
ω νηστάριον, τάδ' αν είη;
το δ' αμώμητον στάζειν αίματι
σην άμπεχόνην. επιχαιρέκακοι
δεύρ' ίτ'Ερινύες: έλθετε Μοίραι:
τέμνετε λήνεα, τέμνετε πηνία:

κείρετε καίνετε
κάκθλίβετε, κατα πεπαύσθω.

R. S.

Sileatur.

Ah nomen sileatur, in umbra dormiat illa,

Reliqviae gelidae qva sine honore iacent:
Nos lacrumis illum maestis sine voce fleamus,

Ceu bustum tacito nox pia rore lavat.

Sed qvi nocte cadunt etiam sine murmure rores

Induerint laeto funebre vere solum,
Inqve animis nostris nomen servarit amici

Qvae memor e caeco lacruma fonte cadit.

Κ.

K

« 이전계속 »